Αμπελοχώρι

Νάμουν κολώνα στο Στενό και φλάμπουρο στη ράχη.
Ν’ αγνάντευα, ν’ αντίκριζα το έρημο το Σκλούπο…

Μ’ αυτό το νοσταλγικό στοίχο αρχίζει το αντιπροσωπευτικό τραγούδι του χωριού μας «η κολώνα», που εκφράζει στην αποθέωσή του την αχόρταγη επιθυμία κι αγάπη κάθε Σκλουπιώτη για τον τόπο του, το Σκλούπο, την Κεδριά, το Αμπελοχώρι.

Το χωριό που καταγράφεται στα διάφορα Δημόσια ή εγκυκλοπαιδικά αρχεία, αρχικά ως Σκλούπο, αργότερα και για σύντομο χρονικό διάστημα ως Κεδριά και σήμερα ως Αμπελοχώρι, αποτελεί μαζί με τα γειτονικά χωριά, Πράμαντα και Ραφταναίους, το Δήμο Πραμάντων.

Είναι άγνωστο πότε εμφανίστηκαν και από πού προέρχονταν οι πρόγονοί μας που κατασκήνωσαν πρώτοι τον απόμερο, απόκρημνο αλλά και μοναδικό αυτό τόπο.
Έχουν διατυπωθεί ορισμένες απόψεις προκειμένου να βρούμε τις ρίζες μας, και να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας.

Το όνομα…
Ο χωριανός μας Λάμπρος Τσάπαλης, στο πρώτο τεύχος της επανέκδοσης του περιοδικού «ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ», προσέγγισε με αξιέπαινο τρόπο την ιστορία της περιοχής και πράγματι δεν βρήκαμε μέχρι σήμερα άλλα στοιχεία που να μας οδηγούν σε κάτι διαφορετικό. Όμως θα ήθελα να προσθέσω, ως αντικείμενο έρευνας, μέσα στις πιθανότητες σύνθεσης του τοπωνυμίου «Σκλούπο» και το ενδεχόμενο να έχει ρίζες στον Ασκληπιό, καθ΄ ότι γνωρίζουμε ότι ο Ασκληπιός μάζευε τα περίφημα βότανα από το Κερκέτιο όρος (Κόζιακα), κοντά στα Τζουμέρκα.
Πάντως όταν πήγαινα στο γυμνάσιο, στα Γιάννενα, μερικοί, καλοπροαίρετα κοροϊδεύοντας, μου έλεγαν: «Ασκλουπιώτης είσαι;» Παρακάτω δεν ξέρω.

Αλλά όποτε και όποια κι αν ήταν η αφετηρία των πρώτων χωριανών μας, η πορεία τους νομοτελειακά θα κατέληγε στον ίδιο τόπο, στην ορεινή Ιθάκη, τον μοναδικό προορισμό του πρόγονου αλλά και του σημερινού Οδυσσέα, μακριά από τους Τρωϊκούς πολέμους και τους αδιέξοδους πνιγηρούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, των ματωμένων αυτοκινητόδρομων και των άγνωστων διευθύνσεων, που δεν αφήνουν περιθώρια ανθρώπινης συνέχειας, για να επιβεβαιωθεί, σύμφωνα με την σημερινή και την προβλεπόμενη καταστροφική εξέλιξη του περιβάλλοντος, η προφητεία του πάτερ Κοσμά του Αιτωλού (1714–1779), που στο πέρασμά του από τα Τζουμέρκα και από το χωριό μας, σύμφωνα με τις ενδείξεις των σταυρών που υπάρχουν ανατολικά και δυτικά του χωριού, ξεφώνησε: “Ευλογημένα βουνά που μόνο εσείς θα κρατήσετε λίγο κόσμο”
Άς ελπίσουμε ότι δεν θα επαληθευτεί ο ΄Αγιος!

Ο τόπος…
Η επιλογή εγκατάστασης των χωριανών μας, δεν ήταν αναγκαστική ή τυχαία. Ο τόπος που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία τους, τους τράβηξε, τους αφομοίωσε και τους ενέπνευσε να χτίσουν χωριό, όμοιο με το χαρακτήρα τους: Πέτρες ταιριασμένες τετράγωνες, αράγιστες κι αδρά λαξεμένες, στραμμένες στην ανατολή, εκεί που πρωτοσκάει ο ήλιος, στη Στρογγούλα, στα Τζουμέρκα, στην κορυφή.
Ο προσανατολισμός, η δόμηση του χωριού και η προσαρμογή του στο ευρύτερο περιβάλλον δεν αφήνουν ούτε στο δάσκαλο ούτε στον ποιητή περιθώρια αναζήτησης και έμπνευσης σε άλλους, αλλόκοτους και διασπαρμένους τόπους.

Αυτό είναι το χωριό που αντίκριζε και υμνούσε από το Συράκο, απέναντι ο πιο γνήσιος βουκολικός μας ποιητής ο Κώστας Κρυστάλλης. Αυτό το χωριό φυτεύει σε κάθε παιδική φαντασία ο γνωστός ή άγνωστος δάσκαλος απανταχού της γης, αυτό τραγούδησε με πάθος ο γενναίος πολεμιστής στην Πίνδο και τα άλλα περήφανα βουνά, όταν τα βόλια των κατακτητών γκρέμιζαν τις «κολώνες του στενού» και έκαιγαν τα «φλάμπουρα της ράχης».

Αυτό είναι το Αμπελοχώρι, το χωριό των οδοιπόρων που κατασκήνωσαν για να χτίσουν με τη δική τους μαστοριά, πλατεία που να χωράει όλους τους χωριανούς, με τους πανηγυριώτες αντάμα, την εκκλησιά του Αη- Νικόλα και τα ξωκλήσια σε όλους τους γύρω λόφους, τα σπίτια, το σχολειό ψηλά κι από κάτω το κοινοτικό γραφείο, τα καφενεία και τα άλλα μαγαζιά, όλα πέτρινα, πυκνά αδερφωμένα κι αθάνατα, τα σοκάκια με τα γκαλτερίμια, τα γεφύρια και τους νερόμυλους, τα μονοπάτια που οδηγούν στα σπίτια της Πολιτσάς, του Αφροζούμ και του Αλών Βρέτ, της Στάνης, του Στενού, της Παπάλιας και του Ξεροπήγαδου, τις αχυρώνες και τα υδραγωγεία, τα πεζούλια με τα αμπέλια, τα κουλούρια και τις στάνες με τις λιθοδομές κι ατέλειωτα μονοπάτια ανάμεσα στα κέδρα και τις αργιές, τις φιλίκες και τα έλατα, τους γκρεμούς και τα «στεφάνια» και, τιμή στους απερχόμενους, την οδό Αναπαύσεως, χωρίς κατηφόρες κι ανηφόρες, να ξεκινάει από την πλατεία και να καταλήγει απόμερα, στην πιο περίοπτη θέση του τοπίου, στο κοιμητήρι της Αγίας Παρασκευής, πάνω από τον Καλαρύτικο, αγνάντια στα λαγκάδια, στα προσήλια, στα Τζουμέρκα, στην Ανατολή.

Το χθες…
Το σημερινό Αμπελοχώρι, με αποτυπωμένα όλα τα χαρακτηριστικά της διαχρονικής του πορείας, που ίσως χάνεται βαθιά στους αιώνες, αλλά σε άλλες διαστάσεις, κατά την δεκαετία του εβδομήντα, έφτασε στα όρια πλήρους εγκατάλειψης.
Το χωριό που αριθμούσε πάνω από εκατό πέτρινα, από τα θεμέλια ως τον καβαλάρη, ανοιχτά σπίτια, με εκατό σχολιαρόπαιδα στο διθέσιο σχολειό, με πενήντα γυμνασιόπαιδα, να πηγαινοέρχονται τα Σαββατοκύριακα στο γυμνάσιο Αγνάντων, με παπά, γιορτή-καθημερινή στην εκκλησία, πρόεδρο και γραμματικό, με αγορά, πέντε καφεπαντοπωλεία, ραφτάδικα και τσαγκαράδικα, με όλη τη γη ξελακκωμένη και σπαρμένη και τα χέρσα κι απόκρημνα γεμάτα ζωντανά, ένα χωριό γεμάτο ζωή, έμεινε χωρίς παπά και δάσκαλο, άδειο σχολειό χωρίς παιδιά, τα μισά σπίτια έρημα και τα υπόλοιπα από μια αποκαμωμένη γερόντισσα, φύλακα της νοσταλγίας και της απαντοχής.
Χωρίς βασική υποδομή, για μια αξιοπρεπή κι ανθρώπινη διαβίωση, χωρίς ηλεκτρικό, νερό και τηλεφωνική επικοινωνία, χωρίς ίχνη πολυτέλειας. Όνειρο πολλών γενεών ο αυτοκινητόδρομος κι ό,τι εξαρτάται από όλα αυτά, έκαναν τη διαμονή απαγορευτική και τη γη αφιλόξενη. Ο τόπος αγρίεψε, γέμισε ασφάκες και τσουκνίδες. Ακολούθησε φυγή κι ερήμωση.
Ότι είχε συντελεστεί μέχρι τότε ήταν δημιούργημα ή αποτέλεσμα του σκληρού αγώνα των ίδιων των κατοίκων. Η πολιτεία με την περιορισμένη αντίληψη και εκτίμηση που είχε για την ανάπτυξη των ορεινών και ακατάλληλων για γεωργική εκμετάλλευση περιοχών, όχι μόνο δε φρόντισε για εναλλακτικούς τρόπους αξιοποίησής τους, αντίθετα τις ξεχώρισε σε κακοτοπιές και βοσκοτόπια, σε ευνοημένες και απομονωμένες περιοχές και τις εγκατέλειψε στην τύχη τους.

Το σήμερα…
Η εξέλιξη όμως, που ποτέ δεν είναι ευθεία γραμμή, τραβάει την ανηφόρα και πότε πότε κύκλους κάνει, έκανε κι εδώ το γύρω της. Οι Σκλουπιώτες εκτός από αντοχή πέτρας, απέδειξαν ότι έχουν το ίδιο υπομονή και πείσμα και δεν ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους.
Οι σπουδασμένες πλέον νέες γενιές, μεθυσμένες από το γλυκόπιοτο Σκλουπιώτικο κρασί της γνώσης και της καταξίωσης, σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους, νικώντας κάθε κοινωνικό ή διοικητικό φραγμό και αντιξοότητα, διεκδίκησαν κι απαίτησαν την αποκατάσταση της προκλητικής μεροληψίας που συντελέστηκε σε βάρος της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων και του ίδιου του χωριού τους.
Κι ένα μέρος από την εγκληματική αυτή παράλειψη άρχισε να αποδίδεται, έστω και με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, για να μη βλέπουμε σήμερα τον μαρτυρικό μουλαρόδρομο Αμπελοχώρι – Φανερωμένη, πραγματικό Γολγοθά στις μνήμες μας, που παραχώθηκε κάτω από την άσφαλτο, για να μη θυμίζει τίποτα στον εξαντλημένο αγωγιάτη και τον ξενιτεμένο εραστή του Κορφόβουνου, της Πλάκας και της Αλαταριάς.

Η σύνδεση με αυτοκινητόδρομο, το νερό, το ηλεκτρικό, το τηλέφωνο, όπως και κάθε σύγχρονη διευκόλυνση, που πριν ξεχώριζαν το χωριό από τον πολιτισμένο κόσμο, είναι στη διάθεση του κάθε χωριανού αλλά και του επισκέπτη, που θέλει να περάσει μερικές ευχάριστες ώρες ή μέρες, στη χωραφιά, κάτω από τον πλάτανο, όπου θα απολαύσει τις ατέλειωτες φωναχτές Σκλουπιώτικες συζητήσεις, για όλα τα θέματα, που αφορούν κυρίως το χωριό αλλά και πολιτικές και επιστημονικές κι ότι χωράει ο νους σας. Να κατηφορίσει ως το Στενό, την Πολιτσά και το Καναβοτόπ για μπάνιο και για ψάρεμα. Να περπατήσει στα Ζαγόρια, στο Κορφόβουνο, στα Ανήλια, στο Ξεροπήγαδο κι στα άλλα κυνηγοτόπια. Να σεργιανίσει τις χιλιοπατημένες πλαγιές από την Πολιτσά ως τη Γκιούρα κι από τον Αηλιά ως το Καψαλάκι και τη Γκαϊλότρυπα.
Να περπατήσει, να περπατήσει κι όταν κάτσει να ξαποστάσει, να αγναντέψει, να αγναντέψει, να αγναντέψει πέρα, κάτω κι αγνάντια. Να απολαύσει τις πανέμορφες καμάρες, στις γέφυρες και τις αυλόπορτες, εμπνεύσεις και δημιουργήματα των ξακουστών κι ανεπανάληπτων μαστόρων του χωριού μας, να χαϊδέψουν τα μάτια του τις ατέλειωτες κορυφογραμμές και να ευφρανθεί νεράκι από τις πηγές του Κέδρου, της Γκάτετς και των Αναβρυστικών κι ας έρθει τότε να μου πει ο οποιοσδήποτε ότι η διαδρομή του ηλεκτρικού Πειραιάς -Κηφισιά, με ένα πλαστικό μπιμπερό Λουτρακίου στο στόμα, οδηγεί ένα βήμα παραπάνω.

Η διαδρομή…
Αν είστε ξένοι και θελήσετε να επισκεφτείτε την περιοχή, μην ψάξετε στους χάρτες και τους τουριστικούς οδηγούς να βρείτε το Αμπελοχώρι, δεν υπάρχει, ούτε σαν χαμένη Ατλαντίδα. Δε θα χαθείτε όμως κι αν παραδρομήσετε και λίγο, δε χάθηκε ο κόσμος, το τοπίο και η διαδρομή θα σας αποζημιώσουν. Όμως με αφετηρία τα Γιάννενα και ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο προς Καλέτζι – Άγναντα – Πράμαντα, έχετε τη δυνατότητα, στο 21ο χιλιόμετρο, πεντακόσια μέτρα μετά το χωριό Αετοράχη, να στρίψετε αριστερά, ακριβώς στην ενδεικτική πινακίδα κι από κει και πέρα δρόμος δεκαεννιά ευχάριστα χιλιόμετρα, «σαν τις κύκλες στο χορό και κλωθογυρίσματα», οδηγείστε στο χωριό. Δρόμος καινούργιος ασφαλτοστρωμένος, όση κατηφόρα μετρήσετε, τόση ανηφόρα θα κάνετε και φτάσατε. Στη μέση αυτής της διαδρομής, περνάει το ποτάμι, ο Άραχθος. Σταματήστε και θαυμάστε την παλιά πέτρινη γέφυρα της Πολιτσάς. Αριστουργηματικό μνημείο. Έργο του προπροηγούμενου αιώνα, των μαστόρων του χωριού. Το φάντασμα που στέκει δίπλα της απαλείψτε το. Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα το τοπίο θα αποκατασταθεί. Εσείς, ανάμεσα από τις μυλοκοκκιές και τα πλατάνια, τραβάτε την ανηφόρα, κι όταν τη βγάλετε, αφήστε τα μάτια σας ελεύθερα, αποκάτω σας θα ξεδιπλωθεί το χωριό, δίπλα στα κέδρα, τις φτέρες και τα αμπέλια. Φτάσατε στο Αμπελοχώρι. Αν στην Αετοράχη, ξεχαστείτε και προχωρήσετε μέχρι το Καλέτζι, μη γυρίσετε πίσω, συνεχίστε μέχρι το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας κι εκεί διαλέξτε, δέκα χιλιόμετρα ανηφορικό χωματόδρομο ή δεκαπέντε ασφαλτοστρωμένα.
Ακολουθώντας, από την πλάκα, τον χωματόδρομο μέσω του αδελφού χωριού Ραφταναίοι κι αφού περάσετε όλους τους οικισμούς θάχετε τη δυνατότητα, από τον Προφήτη Ηλία, να δείτε πανοραμικά το Αμπελοχώρι. Αν είναι εποχή που βγαίνουν τα χαμοκέρασα, ο τόπος είναι γεμάτος. Δοκιμάστε άφοβα και σε πέντε λεπτά έχετε το προνόμιο να απολαύσετε το σπάνιο πια Σκλουπιώτικο τσίπουρο στο καφενείο, κάτω από το πνευματικό κέντρο.

Επιλέγοντας την άλλη διαδρομή, πάνω στην άσφαλτο, θα συναντήσετε μετά από λίγο, δεξιά σας την Άγναντα, αμέσως μετά θα περάσετε από το Παλιοχώρι κι ανάμεσα από τα έλατα θα βγείτε στο χωριό Κτιστάδες. Στην έξοδο των Κτιστάδων αριστερά θα διαβάσετε στην πινακίδα: προς Αμπελοχώρι και μετά από εννιά χιλιόμετρα όμορφης διαδρομής ανάμεσα σε ρείκια, έλατα και κουμαριές, παρακάμπτοντας τους Ραφταναίους φτάνετε από τον Αηλιά στην Πλατεία Ηρώων Σκλούπου.

Βέβαια μπορείτε να πάτε και από χίλια άλλα μονοπάτια και παρά λίγο αεροπορικώς, αν δεν ναυαγούσε το πρόγραμμα, της κατασκευής αεροδρομίου, στη θέση Λούτσα, που εμπνεύστηκε για το χωριό, πριν σαράντα περίπου χρόνια, ο ξενιτεμένος χωριανός μας, στην Αμερική, Ανδρέας Πάνος.

Προς το παρόν πορευτείτε με τον αμαξόδρομο και ίσως στο μέλλον κάποιος Σκλουπιώτης σας φέρει με άλλο μέσο, από άλλη διαδρομή.

Μην παραλείψετε να ανεβείτε ένα δειλινό στο ξωκλήσι του Αη Νικόλα, για να αγναντέψετε όλη την Ήπειρο. Ανάψτε και κανένα κεράκι, περιμένετε ως το ηλιοβασίλεμα. Σίγουρα δεν έχετε ξαναδεί τέτοιο ονειρεμένο κι απέραντο θέαμα! Απέναντι στη Δωδώνη ο Καρακατσάνης παίζει Αριστοφάνη. Προλαβαίνετε την παράσταση. Θα γελάσετε. Πόσο μικρός και σύντομος είναι ο κόσμος κι ο δρόμος χωριανοί. Σχεδόν απέναντί μας, δίπλα μας.

Κι αν φροντίσετε να βρεθείτε στο πανηγύρι, στις 26 Ιουλίου και συναντήσετε το Μήτσο Νάκο, τον Κώτσιο Παπαδιά, το Γκανία, τα Σιωτάκια, τα Βλαχάκια, τα Πραμαντιωτάκια, τα Νασλάκια και τα άλλα τα παιδιά να «τρίβουν το πιπέρι» ή να χορεύουν τις κύκλες, πιαστείτε και σεις χέρι χέρι, να πυκνώσει ο χορός, να ανταμώσουν οι φωνές, για να ακουστούν απόπερα, ως τους Χουλιαράδες, τη Γκούρα και το Μιχαλίτσι :

«…πώς κλαίει η μά-
η μάνα το παιδί,
πώς κλαίει η μάνα το παιδί
κι η Μήτραινα το Μήτρο,
κι η Μήτραινα το Μήτρο.
Κι η δόλια η Χρη-
Κι η δόλια η Χρηστονίκαινα
Κι η δόλια η Χρηστονίκαινα
το δόλιο το Θανάση,
το δόλιο το Θανάση…»

Το κείμενο είναι του Σκλουπιώτη οικονομολόγου Κώστα Αναστασίου
anastasiouk@ath.forthnet.gr

 

 

Author: admin

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *