Category: pramanta

Πράμαντα

Τα Πράμαντα ή η Πράμαντα, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ονομαστό μαστοροχώρι με πολλές κτηνοτροφικές οικογένειες, η μεγαλύτερη σε πληθυσμό κοινότητα των Δυτικών Τζουμέρκων με 1500 κατοίκους κατά την απογραφή του 1991.

Βρίσκεται 65χλμ. ΝΑ των Ιωαννίνων και 70χλμ. ΒΑ της Άρτας, πόλεις με τις οποίες έχει καθημερινή οδική συγκοινωνία και επικοινωνία, αφού σε κάθε μία από αυτές κατοικούν περισσότερες από πεντακόσιες οικογένειες Πραμαντιωτών.
Ο οικισμός, χτισμένος σε υψόμετρο 840μ. αμφιθεατρικά στους πρόποδες της Στρογγούλας (2.107 μ.), ίσως τις πιο επιβλητικής κορυφής των πολυτραγουδισμένων Τζουμέρκων, πλαισιώνεται από τους συνοικισμούς Τσόπελα και Χριστοί οι οποίοι αποτελούν την προγονική κοιτίδα των Πραμαντιωτών, στις όχθες του Αράχθου.

Στη σημερινή του θέση ο οικισμός πιθανολογείται πως αναπτύχθηκε στα μέσα του 15ου αιώνα. Τον πρώτο οικισμό δημιούργησαν μέτοικοι κτηνοτρόφοι από τους Χριστούς και αργότερα φυγάδες καταδιωκόμενοι κυρίως από την Ήπειρο, που βρήκαν καταφύγιο λόγω του δυσπρόσιτου της περιοχής. Γίνεται κέντρο κλεφταρματολών και συμμετέχει στον αγώνα του 1821. Από εδώ και το γειτονικό χωριό των Μελισσουργών στρατολογεί ο Γ. Καραϊσκάκης το πρώτο του επαναστατικό σώμα. Τα Πράμαντα παίρνουν μέρος στις επαναστάσεις του 1854, 1866, 1878 για να απελευθερωθούν από τον Τουρκικό ζυγό τον Ιούνιο του 1881.

Το 1883 ιδρύεται ο Δήμος Πραμάντων, που λειτουργεί ως το 1912. Ως κοινότητα συνενώνεται το Φθινόπωρο του 1998 με τις γειτονικές κοινότητες των Ραφταναίων και Αμπελοχωρίου και επαναλειτουργεί πλέον ως Δήμος.
Σήμερα στα Πράμαντα λειτουργούν πολλές υπηρεσίες, κέντρο υγείας, σχολεία, δανειστική βιβλιοθήκη, καταστήματα, ταβέρνες, κέντρα διασκέδασης και ξενοδοχείο.

Οι φυσικές ομορφιές είναι άπειρες. Η κεντρική πλατεία με τον υπεραινώβιο πλάτανο και την ιστορική βρύση “Αράπης”.
Η κεντρική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, το στολίδι του χωριού. Το ιστορικό μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής, η εκκλησία της Ασπροκλησσιάς στο δάσος του Μαρκοπούλου, ο παραδοσιακός νερόμυλος των Χριστών, το θαυμάσιο σπήλαιο “Ανεμότρυπα”, το ορειβατικό καταφύγιο στο “ίσιωμα”, το νερό των πηγών “Σκάλα” με θεραπευτικές ιδιότητες και “Αγκάθι” που εμφιαλώνεται στους Μελισσουργούς, είναι μερικά από αυτά που αξίζει να γνωρίσει ο επισκέπτης.

Πάνω από όλα όμως αξίζει να γνωρίσετε τους φιλόξενους κατοίκους, που είναι άνθρωποι με εμπορική, πνευματική και πολιτιστική ταυτότητα.

κείμενο: Σύλλογος Πραμαντιωτών Ιωαννίνων – 1998

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Πράμαντα αποτελούσε ανέκαθεν το σταυροδρόμι, το ξακουστό παζάρι, η μεγαλύτερη κωμόπολη των Τζουμέρκων. Οι απανταχού Πραμαντιώτες, που κατοικούν στα Γιάννενα, στην Άρτα, στην Αμφιλοχία, στην Αθήνα, σε άλλες περιοχές της χώρας, αλλά και στο εξωτερικό, ξεπερνούν σήμερα τις 20.000. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορίσουμε με ακρίβεια πότε πρωτοκατοικήθηκε το χωριό μας.

Ευρήματα που έχουν εντοπιστεί στην Παναγιά, στον Άγιο Βασίλειο και στους Χριστούς, όπως ίχνη αρχαίου οικισμού, ένας μεγάλος λιθοπέλεκυς, ερείπια οχυρού, ογκολιθικά κυκλώπεια τείχη κ.α., μας παραπέμπουν στην νεολιθική εποχή. Παρά ταύτα, η διαπίστωση αυτή χρήζει περαιτέρω επιστημονικών ερευνών και μεθοδικής ανασκαφής.

Στη σημερινή γεωγραφική μορφή της, η ευρύτερη περιοχή των Πραμάντων, συμπεριλαμβανομένων των οικισμών Χριστοί, Τσόπελας, Αγία Τριάδα, Δούναβος, Κομματάκια, Φράξος, Τούρκα, καθώς και άλλων μικρότερων οικισμών, πιθανολογείται ότι αναπτύχθηκε στα μέσα του 15ου αιώνα.

Το τοπωνύμιο Πράμαντα πρωτοεμφανίστηκε στον γραπτό λόγο σε έγγραφο της Ενετικής Δημοκρατίας, το 1697. Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές που έχουν γίνει γνωστές έως τώρα, οι κυριότερες εκδοχές ως προς την προέλευση της ονομασίας είναι τρεις:

  • oι γλωσσολόγοι Συμεωνίδης και Max Vasmer υποστηρίζουν ότι η προέλευση της λέξης Πράμαντα είναι σλαβική.
  • ο ιστορικός Παναγιώτης Αραβαντινός αναφέρει ότι η περιοχή ονομάζονταν Πρόμαντα, γιατί λειτουργούσε ως προμαντείο της Δωδώνης.
  • σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η ονομασία προήλθε από τη λέξη πράματα, ορολογία που χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα από τους παλαιότερους όταν αναφέρονται σε γίδια και πρόβατα. Ουσιαστικά, περιγραφόταν ένας πλούσιος βοσκότοπος.

Η συμβολή των Πραμαντιωτών στους αγώνες της πατρίδας μας ήταν καθοριστική σε όλες τις κρίσιμες καμπές της ιστορίας. Από την επανάσταση του 1821 έως τις μέρες του ’40.

Από τις πρώτες ώρες του εθνικο-απελευθερωτικού αγώνα, το χωριό μας μετατράπηκε σε ορμητήριο δράσης κλεφτοαρματολών. Από εδώ και τους γειτονικούς Μελισσουργούς, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Γώγος Μπακόλας στρατολόγησαν τα πρώτα επαναστατικά σώματα. Τα λημέρια του ηρωικού Κατσαντώνη και οι λάκες πάνω από το μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής μεταβλήθηκαν σε πεδία γύμνασης των επαναστατών.

Τον Ιούλιο του 1821, οι ορδές του Χουρσίτ Πασά, έχοντας ήδη καταστρέψει το Συράκο καιτους Καλαρρύτες, έκαψαν την Πράμαντα. Η απάντηση δεν άργησε. Από τις ράχες της Στρουγγούλας, όπου είχαν καταφύγει για να προστατευτούν, Πραμαντιώτες και Πραμαντιώτισσες με οπλαρχηγό τον Γώγο Μπακόλα εφόρμησαν στο χωριό και, ύστερα από μια σκληρή μάχη, έδιωξαν τους κατακτητές.

Για να αποφευχθούν τα αντίποινα, αρκετές οικογένειες κατέφυγαν στην Αιτωλοακαρνανία, στην Ευρυτανία, στην Άρτα και στην Πελοπόννησο. Σκηνή που επαναλήφθηκε και άλλες φορές στην ιστορία των Πραμάντων. Την ίδια χρονιά, πολλοί Πραμαντιώτες συμμετείχαν, υπό την ηγεσία του Κίτσου Τζαβέλα, του Μάρκου Μπότσαρη, του Γιώργου Καραϊσκάκη, του Παπαφλέσσα και άλλων οπλαρχηγών, σε αρκετές μάχες, στα Θεοδώριανα, την Τρίπολη, το Άργος, τα Δερβενάκια και αλλού.

Κάποιοι από αυτούς, το 1822 έδωσαν τη ζωή τους στη μάχη της Πλάκας, τη σημαντικότερη, κατά πολλούς, πολεμική αναμέτρηση των Δυτικών Τζουμέρκων. Οι αγώνες συνεχίστηκαν το 1824 στην Άμπλιανη, στο Νεόκαστρο, στο Κρεμμύδι, στο Πετροχώρι Διστόμου κατά του Κιουταχή, στον Προφήτη Ηλία Σαλώνων, στο Δραγαμέστο, στη Ρήγανη Ξηρόμερου, στον Καρβασαρά. Ακόμη και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Το 1826 και 1827, ομάδα συγχωριανών μας πήρε μέρος σε στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Κιουταχή στο Χαρτάρι Αράχοβας.

Μερικά χρόνια αργότερα, το 1854, εκατό ένοπλοι Πραμαντιώτες και Μελισσουργιώτες, με μπροστάρη τον Σπύρο Τζαβέλα, συμμετείχαν στη μάχη του Πέτα και γενικότερα στην επανάσταση της Άρτας. Ενεργή ήταν η συμβολή τους και στην επανάσταση της Θεσσαλίας. Ο φόβος των αντιποίνων ανάγκασε πολλές οικογένειες να φύγουν πάλι από τον τόπο τους και να εγκατασταθούν, κυρίως, σε χωριά της Ευρυτανίας.

Το 1873 στην Πράμαντα δεν κατοικούσαν παρά μόνο 2.000 άτομα. Λειτουργούσαν δύο ελληνο-αλληλοδιδακτικά σχολεία με 210 μαθητές, τα οποία συντηρούνταν από συνδρομές. Οκτώ χρόνια μετά, ήρθε η στιγμή της πολυπόθητης απελευθέρωσης. Με τη συνθήκη του Βερολίνου, το 1881, το χωριό μας, όπως και ένα ευρύτερο τμήμα της Ηπείρου, προσαρτήθηκε στο τότε ελληνικό κράτος.

Ιδρύθηκε η Επαρχία Τζουμέρκων, που αποτελούνταν από τους δήμους Θεοδωρίας, Αγνάντων, Πραμάντων, και Καλαρρυτών, με πρωτεύουσα την Πράμαντα. Το χωριό οργανώθηκε. Μέσα σε λίγους μήνες, συστήθηκαν Ταχυδρομικό Γραφείο και Ειρηνοδικείο στη Πράμαντα, καθώς και Τελωνειακό Φυλάκιο και Υγειονομικός Σταθμός στους Χριστούς. Στις 20 Αυγούστου του ίδιου χρόνου, διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές, στις οποίες τα Τζουμέρκα με 16.659 κατοίκους διεκδίκησαν 2 έδρες. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1882 συστήθηκε στη Πράμαντα Δημοτικό σχολείο Αρρένων.

Το 1888, ο μεγαλοτσιφλικάς Καραπάνος αγόρασε στην Κωνσταντινούπολη από τον Αβραάμ Πασά μεταξύ άλλων χωριών των Τζουμέρκων και την Πράμαντα έναντι του ποσού 3.500 χρυσών λιρών. Αφέντες στον τόπο τους έγιναν επιτέλους οι Πραμαντιώτες στις 9 Αυγούστου του 1889, υπογράφοντας την εξαγορά του χωριού, αφού κατέβαλαν στον τσιφλικά 4.200 χρυσές λίρες. Από πολιορκούμενη περιοχή, το 1897, η ελεύθερη πλέον Πράμαντα έγινε στρατιωτικό κέντρο, από όπου Πραμαντιώτες έσπευδαν να βοηθήσουν τα αδέρφια τους πέρα από τον Άραχθο, που υπέφεραν ακόμη από τον τουρκικό ζυγό. Το 1912 και το 1922 οι Πραμαντιώτες ανταποκρίθηκαν και πάλι στο κάλεσμα της πατρίδας. Κάποιοι επέστρεψαν από τις μάχες, κάποιοι όχι. Στο περιοδικό «Χρονικά Πραμάντων», αναφέρονται ονομαστικά 60 πεσόντες και εξαφανισθέντες.

Τα χρόνια πέρασαν. Ακολούθησαν ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος, η γερμανική κατοχή και η εθνική αντίσταση. Αυτή η δύσκολη περίοδο. άφησε πίσω της στα πεδία των μαχών και άλλους νεκρούς. Και άλλους τραυματίες. Τα Πράμαντα ξανακάηκαν. Αυτή τη φορά, από τους Γερμανούς κατακτητές.
Στα ταραγμένα χρόνια που ακολούθησαν αρκετοί κάτοικοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν το χωριό, αναζητώντας καλύτερη τύχη σε άλλους τόπους, μακρινούς. Το φαινόμενο αυτό, έγινε ακόμη πιο έντονο μετά τον καταστροφικό σεισμό της Πρωτομαγιάς του ’67.

Άγγελος Χ. Ζώνιος

Read more
 

Αμπελοχώρι

Νάμουν κολώνα στο Στενό και φλάμπουρο στη ράχη.
Ν’ αγνάντευα, ν’ αντίκριζα το έρημο το Σκλούπο…

Μ’ αυτό το νοσταλγικό στοίχο αρχίζει το αντιπροσωπευτικό τραγούδι του χωριού μας «η κολώνα», που εκφράζει στην αποθέωσή του την αχόρταγη επιθυμία κι αγάπη κάθε Σκλουπιώτη για τον τόπο του, το Σκλούπο, την Κεδριά, το Αμπελοχώρι.

Το χωριό που καταγράφεται στα διάφορα Δημόσια ή εγκυκλοπαιδικά αρχεία, αρχικά ως Σκλούπο, αργότερα και για σύντομο χρονικό διάστημα ως Κεδριά και σήμερα ως Αμπελοχώρι, αποτελεί μαζί με τα γειτονικά χωριά, Πράμαντα και Ραφταναίους, το Δήμο Πραμάντων.

Είναι άγνωστο πότε εμφανίστηκαν και από πού προέρχονταν οι πρόγονοί μας που κατασκήνωσαν πρώτοι τον απόμερο, απόκρημνο αλλά και μοναδικό αυτό τόπο.
Έχουν διατυπωθεί ορισμένες απόψεις προκειμένου να βρούμε τις ρίζες μας, και να προσδιορίσουμε την ταυτότητά μας.

Το όνομα…
Ο χωριανός μας Λάμπρος Τσάπαλης, στο πρώτο τεύχος της επανέκδοσης του περιοδικού «ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ», προσέγγισε με αξιέπαινο τρόπο την ιστορία της περιοχής και πράγματι δεν βρήκαμε μέχρι σήμερα άλλα στοιχεία που να μας οδηγούν σε κάτι διαφορετικό. Όμως θα ήθελα να προσθέσω, ως αντικείμενο έρευνας, μέσα στις πιθανότητες σύνθεσης του τοπωνυμίου «Σκλούπο» και το ενδεχόμενο να έχει ρίζες στον Ασκληπιό, καθ΄ ότι γνωρίζουμε ότι ο Ασκληπιός μάζευε τα περίφημα βότανα από το Κερκέτιο όρος (Κόζιακα), κοντά στα Τζουμέρκα.
Πάντως όταν πήγαινα στο γυμνάσιο, στα Γιάννενα, μερικοί, καλοπροαίρετα κοροϊδεύοντας, μου έλεγαν: «Ασκλουπιώτης είσαι;» Παρακάτω δεν ξέρω.

Αλλά όποτε και όποια κι αν ήταν η αφετηρία των πρώτων χωριανών μας, η πορεία τους νομοτελειακά θα κατέληγε στον ίδιο τόπο, στην ορεινή Ιθάκη, τον μοναδικό προορισμό του πρόγονου αλλά και του σημερινού Οδυσσέα, μακριά από τους Τρωϊκούς πολέμους και τους αδιέξοδους πνιγηρούς δρόμους των μεγαλουπόλεων, των ματωμένων αυτοκινητόδρομων και των άγνωστων διευθύνσεων, που δεν αφήνουν περιθώρια ανθρώπινης συνέχειας, για να επιβεβαιωθεί, σύμφωνα με την σημερινή και την προβλεπόμενη καταστροφική εξέλιξη του περιβάλλοντος, η προφητεία του πάτερ Κοσμά του Αιτωλού (1714–1779), που στο πέρασμά του από τα Τζουμέρκα και από το χωριό μας, σύμφωνα με τις ενδείξεις των σταυρών που υπάρχουν ανατολικά και δυτικά του χωριού, ξεφώνησε: “Ευλογημένα βουνά που μόνο εσείς θα κρατήσετε λίγο κόσμο”
Άς ελπίσουμε ότι δεν θα επαληθευτεί ο ΄Αγιος!

Ο τόπος…
Η επιλογή εγκατάστασης των χωριανών μας, δεν ήταν αναγκαστική ή τυχαία. Ο τόπος που ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία τους, τους τράβηξε, τους αφομοίωσε και τους ενέπνευσε να χτίσουν χωριό, όμοιο με το χαρακτήρα τους: Πέτρες ταιριασμένες τετράγωνες, αράγιστες κι αδρά λαξεμένες, στραμμένες στην ανατολή, εκεί που πρωτοσκάει ο ήλιος, στη Στρογγούλα, στα Τζουμέρκα, στην κορυφή.
Ο προσανατολισμός, η δόμηση του χωριού και η προσαρμογή του στο ευρύτερο περιβάλλον δεν αφήνουν ούτε στο δάσκαλο ούτε στον ποιητή περιθώρια αναζήτησης και έμπνευσης σε άλλους, αλλόκοτους και διασπαρμένους τόπους.

Αυτό είναι το χωριό που αντίκριζε και υμνούσε από το Συράκο, απέναντι ο πιο γνήσιος βουκολικός μας ποιητής ο Κώστας Κρυστάλλης. Αυτό το χωριό φυτεύει σε κάθε παιδική φαντασία ο γνωστός ή άγνωστος δάσκαλος απανταχού της γης, αυτό τραγούδησε με πάθος ο γενναίος πολεμιστής στην Πίνδο και τα άλλα περήφανα βουνά, όταν τα βόλια των κατακτητών γκρέμιζαν τις «κολώνες του στενού» και έκαιγαν τα «φλάμπουρα της ράχης».

Αυτό είναι το Αμπελοχώρι, το χωριό των οδοιπόρων που κατασκήνωσαν για να χτίσουν με τη δική τους μαστοριά, πλατεία που να χωράει όλους τους χωριανούς, με τους πανηγυριώτες αντάμα, την εκκλησιά του Αη- Νικόλα και τα ξωκλήσια σε όλους τους γύρω λόφους, τα σπίτια, το σχολειό ψηλά κι από κάτω το κοινοτικό γραφείο, τα καφενεία και τα άλλα μαγαζιά, όλα πέτρινα, πυκνά αδερφωμένα κι αθάνατα, τα σοκάκια με τα γκαλτερίμια, τα γεφύρια και τους νερόμυλους, τα μονοπάτια που οδηγούν στα σπίτια της Πολιτσάς, του Αφροζούμ και του Αλών Βρέτ, της Στάνης, του Στενού, της Παπάλιας και του Ξεροπήγαδου, τις αχυρώνες και τα υδραγωγεία, τα πεζούλια με τα αμπέλια, τα κουλούρια και τις στάνες με τις λιθοδομές κι ατέλειωτα μονοπάτια ανάμεσα στα κέδρα και τις αργιές, τις φιλίκες και τα έλατα, τους γκρεμούς και τα «στεφάνια» και, τιμή στους απερχόμενους, την οδό Αναπαύσεως, χωρίς κατηφόρες κι ανηφόρες, να ξεκινάει από την πλατεία και να καταλήγει απόμερα, στην πιο περίοπτη θέση του τοπίου, στο κοιμητήρι της Αγίας Παρασκευής, πάνω από τον Καλαρύτικο, αγνάντια στα λαγκάδια, στα προσήλια, στα Τζουμέρκα, στην Ανατολή.

Το χθες…
Το σημερινό Αμπελοχώρι, με αποτυπωμένα όλα τα χαρακτηριστικά της διαχρονικής του πορείας, που ίσως χάνεται βαθιά στους αιώνες, αλλά σε άλλες διαστάσεις, κατά την δεκαετία του εβδομήντα, έφτασε στα όρια πλήρους εγκατάλειψης.
Το χωριό που αριθμούσε πάνω από εκατό πέτρινα, από τα θεμέλια ως τον καβαλάρη, ανοιχτά σπίτια, με εκατό σχολιαρόπαιδα στο διθέσιο σχολειό, με πενήντα γυμνασιόπαιδα, να πηγαινοέρχονται τα Σαββατοκύριακα στο γυμνάσιο Αγνάντων, με παπά, γιορτή-καθημερινή στην εκκλησία, πρόεδρο και γραμματικό, με αγορά, πέντε καφεπαντοπωλεία, ραφτάδικα και τσαγκαράδικα, με όλη τη γη ξελακκωμένη και σπαρμένη και τα χέρσα κι απόκρημνα γεμάτα ζωντανά, ένα χωριό γεμάτο ζωή, έμεινε χωρίς παπά και δάσκαλο, άδειο σχολειό χωρίς παιδιά, τα μισά σπίτια έρημα και τα υπόλοιπα από μια αποκαμωμένη γερόντισσα, φύλακα της νοσταλγίας και της απαντοχής.
Χωρίς βασική υποδομή, για μια αξιοπρεπή κι ανθρώπινη διαβίωση, χωρίς ηλεκτρικό, νερό και τηλεφωνική επικοινωνία, χωρίς ίχνη πολυτέλειας. Όνειρο πολλών γενεών ο αυτοκινητόδρομος κι ό,τι εξαρτάται από όλα αυτά, έκαναν τη διαμονή απαγορευτική και τη γη αφιλόξενη. Ο τόπος αγρίεψε, γέμισε ασφάκες και τσουκνίδες. Ακολούθησε φυγή κι ερήμωση.
Ότι είχε συντελεστεί μέχρι τότε ήταν δημιούργημα ή αποτέλεσμα του σκληρού αγώνα των ίδιων των κατοίκων. Η πολιτεία με την περιορισμένη αντίληψη και εκτίμηση που είχε για την ανάπτυξη των ορεινών και ακατάλληλων για γεωργική εκμετάλλευση περιοχών, όχι μόνο δε φρόντισε για εναλλακτικούς τρόπους αξιοποίησής τους, αντίθετα τις ξεχώρισε σε κακοτοπιές και βοσκοτόπια, σε ευνοημένες και απομονωμένες περιοχές και τις εγκατέλειψε στην τύχη τους.

Το σήμερα…
Η εξέλιξη όμως, που ποτέ δεν είναι ευθεία γραμμή, τραβάει την ανηφόρα και πότε πότε κύκλους κάνει, έκανε κι εδώ το γύρω της. Οι Σκλουπιώτες εκτός από αντοχή πέτρας, απέδειξαν ότι έχουν το ίδιο υπομονή και πείσμα και δεν ρίχνουν μαύρη πέτρα πίσω τους.
Οι σπουδασμένες πλέον νέες γενιές, μεθυσμένες από το γλυκόπιοτο Σκλουπιώτικο κρασί της γνώσης και της καταξίωσης, σε όλους τους επαγγελματικούς χώρους, νικώντας κάθε κοινωνικό ή διοικητικό φραγμό και αντιξοότητα, διεκδίκησαν κι απαίτησαν την αποκατάσταση της προκλητικής μεροληψίας που συντελέστηκε σε βάρος της ευρύτερης περιοχής των Τζουμέρκων και του ίδιου του χωριού τους.
Κι ένα μέρος από την εγκληματική αυτή παράλειψη άρχισε να αποδίδεται, έστω και με τόσο μεγάλη καθυστέρηση, για να μη βλέπουμε σήμερα τον μαρτυρικό μουλαρόδρομο Αμπελοχώρι – Φανερωμένη, πραγματικό Γολγοθά στις μνήμες μας, που παραχώθηκε κάτω από την άσφαλτο, για να μη θυμίζει τίποτα στον εξαντλημένο αγωγιάτη και τον ξενιτεμένο εραστή του Κορφόβουνου, της Πλάκας και της Αλαταριάς.

Η σύνδεση με αυτοκινητόδρομο, το νερό, το ηλεκτρικό, το τηλέφωνο, όπως και κάθε σύγχρονη διευκόλυνση, που πριν ξεχώριζαν το χωριό από τον πολιτισμένο κόσμο, είναι στη διάθεση του κάθε χωριανού αλλά και του επισκέπτη, που θέλει να περάσει μερικές ευχάριστες ώρες ή μέρες, στη χωραφιά, κάτω από τον πλάτανο, όπου θα απολαύσει τις ατέλειωτες φωναχτές Σκλουπιώτικες συζητήσεις, για όλα τα θέματα, που αφορούν κυρίως το χωριό αλλά και πολιτικές και επιστημονικές κι ότι χωράει ο νους σας. Να κατηφορίσει ως το Στενό, την Πολιτσά και το Καναβοτόπ για μπάνιο και για ψάρεμα. Να περπατήσει στα Ζαγόρια, στο Κορφόβουνο, στα Ανήλια, στο Ξεροπήγαδο κι στα άλλα κυνηγοτόπια. Να σεργιανίσει τις χιλιοπατημένες πλαγιές από την Πολιτσά ως τη Γκιούρα κι από τον Αηλιά ως το Καψαλάκι και τη Γκαϊλότρυπα.
Να περπατήσει, να περπατήσει κι όταν κάτσει να ξαποστάσει, να αγναντέψει, να αγναντέψει, να αγναντέψει πέρα, κάτω κι αγνάντια. Να απολαύσει τις πανέμορφες καμάρες, στις γέφυρες και τις αυλόπορτες, εμπνεύσεις και δημιουργήματα των ξακουστών κι ανεπανάληπτων μαστόρων του χωριού μας, να χαϊδέψουν τα μάτια του τις ατέλειωτες κορυφογραμμές και να ευφρανθεί νεράκι από τις πηγές του Κέδρου, της Γκάτετς και των Αναβρυστικών κι ας έρθει τότε να μου πει ο οποιοσδήποτε ότι η διαδρομή του ηλεκτρικού Πειραιάς -Κηφισιά, με ένα πλαστικό μπιμπερό Λουτρακίου στο στόμα, οδηγεί ένα βήμα παραπάνω.

Η διαδρομή…
Αν είστε ξένοι και θελήσετε να επισκεφτείτε την περιοχή, μην ψάξετε στους χάρτες και τους τουριστικούς οδηγούς να βρείτε το Αμπελοχώρι, δεν υπάρχει, ούτε σαν χαμένη Ατλαντίδα. Δε θα χαθείτε όμως κι αν παραδρομήσετε και λίγο, δε χάθηκε ο κόσμος, το τοπίο και η διαδρομή θα σας αποζημιώσουν. Όμως με αφετηρία τα Γιάννενα και ακολουθώντας τον επαρχιακό δρόμο προς Καλέτζι – Άγναντα – Πράμαντα, έχετε τη δυνατότητα, στο 21ο χιλιόμετρο, πεντακόσια μέτρα μετά το χωριό Αετοράχη, να στρίψετε αριστερά, ακριβώς στην ενδεικτική πινακίδα κι από κει και πέρα δρόμος δεκαεννιά ευχάριστα χιλιόμετρα, «σαν τις κύκλες στο χορό και κλωθογυρίσματα», οδηγείστε στο χωριό. Δρόμος καινούργιος ασφαλτοστρωμένος, όση κατηφόρα μετρήσετε, τόση ανηφόρα θα κάνετε και φτάσατε. Στη μέση αυτής της διαδρομής, περνάει το ποτάμι, ο Άραχθος. Σταματήστε και θαυμάστε την παλιά πέτρινη γέφυρα της Πολιτσάς. Αριστουργηματικό μνημείο. Έργο του προπροηγούμενου αιώνα, των μαστόρων του χωριού. Το φάντασμα που στέκει δίπλα της απαλείψτε το. Ας ελπίσουμε ότι κάποια μέρα το τοπίο θα αποκατασταθεί. Εσείς, ανάμεσα από τις μυλοκοκκιές και τα πλατάνια, τραβάτε την ανηφόρα, κι όταν τη βγάλετε, αφήστε τα μάτια σας ελεύθερα, αποκάτω σας θα ξεδιπλωθεί το χωριό, δίπλα στα κέδρα, τις φτέρες και τα αμπέλια. Φτάσατε στο Αμπελοχώρι. Αν στην Αετοράχη, ξεχαστείτε και προχωρήσετε μέχρι το Καλέτζι, μη γυρίσετε πίσω, συνεχίστε μέχρι το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας κι εκεί διαλέξτε, δέκα χιλιόμετρα ανηφορικό χωματόδρομο ή δεκαπέντε ασφαλτοστρωμένα.
Ακολουθώντας, από την πλάκα, τον χωματόδρομο μέσω του αδελφού χωριού Ραφταναίοι κι αφού περάσετε όλους τους οικισμούς θάχετε τη δυνατότητα, από τον Προφήτη Ηλία, να δείτε πανοραμικά το Αμπελοχώρι. Αν είναι εποχή που βγαίνουν τα χαμοκέρασα, ο τόπος είναι γεμάτος. Δοκιμάστε άφοβα και σε πέντε λεπτά έχετε το προνόμιο να απολαύσετε το σπάνιο πια Σκλουπιώτικο τσίπουρο στο καφενείο, κάτω από το πνευματικό κέντρο.

Επιλέγοντας την άλλη διαδρομή, πάνω στην άσφαλτο, θα συναντήσετε μετά από λίγο, δεξιά σας την Άγναντα, αμέσως μετά θα περάσετε από το Παλιοχώρι κι ανάμεσα από τα έλατα θα βγείτε στο χωριό Κτιστάδες. Στην έξοδο των Κτιστάδων αριστερά θα διαβάσετε στην πινακίδα: προς Αμπελοχώρι και μετά από εννιά χιλιόμετρα όμορφης διαδρομής ανάμεσα σε ρείκια, έλατα και κουμαριές, παρακάμπτοντας τους Ραφταναίους φτάνετε από τον Αηλιά στην Πλατεία Ηρώων Σκλούπου.

Βέβαια μπορείτε να πάτε και από χίλια άλλα μονοπάτια και παρά λίγο αεροπορικώς, αν δεν ναυαγούσε το πρόγραμμα, της κατασκευής αεροδρομίου, στη θέση Λούτσα, που εμπνεύστηκε για το χωριό, πριν σαράντα περίπου χρόνια, ο ξενιτεμένος χωριανός μας, στην Αμερική, Ανδρέας Πάνος.

Προς το παρόν πορευτείτε με τον αμαξόδρομο και ίσως στο μέλλον κάποιος Σκλουπιώτης σας φέρει με άλλο μέσο, από άλλη διαδρομή.

Μην παραλείψετε να ανεβείτε ένα δειλινό στο ξωκλήσι του Αη Νικόλα, για να αγναντέψετε όλη την Ήπειρο. Ανάψτε και κανένα κεράκι, περιμένετε ως το ηλιοβασίλεμα. Σίγουρα δεν έχετε ξαναδεί τέτοιο ονειρεμένο κι απέραντο θέαμα! Απέναντι στη Δωδώνη ο Καρακατσάνης παίζει Αριστοφάνη. Προλαβαίνετε την παράσταση. Θα γελάσετε. Πόσο μικρός και σύντομος είναι ο κόσμος κι ο δρόμος χωριανοί. Σχεδόν απέναντί μας, δίπλα μας.

Κι αν φροντίσετε να βρεθείτε στο πανηγύρι, στις 26 Ιουλίου και συναντήσετε το Μήτσο Νάκο, τον Κώτσιο Παπαδιά, το Γκανία, τα Σιωτάκια, τα Βλαχάκια, τα Πραμαντιωτάκια, τα Νασλάκια και τα άλλα τα παιδιά να «τρίβουν το πιπέρι» ή να χορεύουν τις κύκλες, πιαστείτε και σεις χέρι χέρι, να πυκνώσει ο χορός, να ανταμώσουν οι φωνές, για να ακουστούν απόπερα, ως τους Χουλιαράδες, τη Γκούρα και το Μιχαλίτσι :

«…πώς κλαίει η μά-
η μάνα το παιδί,
πώς κλαίει η μάνα το παιδί
κι η Μήτραινα το Μήτρο,
κι η Μήτραινα το Μήτρο.
Κι η δόλια η Χρη-
Κι η δόλια η Χρηστονίκαινα
Κι η δόλια η Χρηστονίκαινα
το δόλιο το Θανάση,
το δόλιο το Θανάση…»

Το κείμενο είναι του Σκλουπιώτη οικονομολόγου Κώστα Αναστασίου
anastasiouk@ath.forthnet.gr

 

Read more